«Θα πάω όπου θέλεις εσύ, Θεέ», Λιαχόνα, Ιαν 2026.
Άγιοι σε κάθε χώρα
Θα πάω όπου θέλεις εσύ, Θεέ
Άφησε το σπίτι της, διέσχισε έναν ωκεανό για να κηρύξει το αποκατεστημένο Ευαγγέλιο και πέθανε στα 26 της, πιστή στις διαθήκες της.
Η Έμμα Πέρσελ (πρώτη σειρά) και άλλοι ιεραπόστολοι στην Ιεραποστολή της Σαμόας, Οκτώβριος 1902
Στις 5 Μαΐου 1901 η 17χρονη Έμμα Πέρσελ αποδέχθηκε την ιεραποστολική κλήση στη Σαμόα. «Σας διαβεβαιώ ότι η κάθε μου προσπάθεια θα είναι να προαγάγω το έργο του Κυρίου» έγραψε σε μια επιστολή προς τον Πρόεδρο Λορέντζο Σνόου. Δεσμεύθηκε περαιτέρω: «Θα ευαρεστούμαι πάντα να υπερασπίζομαι τις αρχές του Ευαγγελίου, όταν και οπουδήποτε παρουσιάζεται μία ευκαιρία».
Καθώς προετοιμαζόταν να υπηρετήσει, η Έμμα μετά βίας ήξερε τι να αναμένει. Ήταν μία και μοναδική μεταξύ των συναδέλφων της ιεραποστόλων. Η Εκκλησία είχε μόλις αρχίσει να καλεί ανύπανδρες γυναίκες ως πλήρους απασχόλησης ιεραποστόλους μόνον τρία χρόνια νωρίτερα. Και μέχρι στιγμής, ήταν η νεότερη που είχε κληθεί.
Θα ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα από τη Σαμόα που θα υπηρετούσε ιεραποστολή πλήρους απασχόλησης. Αν και ζούσε στη Σωλτ Λέηκ Σίτυ, είχε γεννηθεί στη Μαλαέλα, ένα χωριό στο ανατολικό άκρο της νήσου Ουπόλου της Σαμόας. Σε ηλικία 12 ετών είχε αφήσει το σπίτι και την οικογένειά της για να πάει σχολείο στη Γιούτα, 8.047 χιλιόμετρα μακριά.
Η σκέψη να επιστρέψει στη Σαμόα μετά από πέντε χρόνια πρέπει να ήταν τόσο συναρπαστική όσο και ανησυχητική για την Έμμα. Για να προετοιμασθεί πνευματικώς, έλαβε την προικοδότησή της στον Ναό της Σωλτ Λέηκ. Όπως οι ιεραπόστολοι σήμερα, συνήψε ιερές διαθήκες με τον Θεό και έλαβε την υπόσχεση ευλογιών μέσω της πίστης της.
Και, όπως δείχνει η ιστορία της, έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να τηρήσει αυτές τις διαθήκες καθώς υπηρετούσε τον Κύριο.
Από το Ουπόλου στη Γιούτα – και πίσω
Η Έμμα γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου 1883, το έβδομο παιδί του Βιλιάμου και της Ματάφουα Πέρσελ. Η οικογένειά της ήταν μία από τις πολλές ευρωνησιακές (εν μέρει ευρωπαϊκές, εν μέρει πολυνησιακές) οικογένειες μέσα και γύρω από τη Μαλαέλα. Η μητέρα της ήταν από το νησί Σαβάι, βόρεια και δυτικά του Ουπόλου. Ο πατέρας της ήταν γυιος ενός Άγγλου που είχε έλθει στη Σαμόα γύρω στο 1834, νυμφεύθηκε μια γυναίκα από τη Σαμόα και εγκαταστάθηκε στη Μαλαέλα.
Η Έμμα πιθανώς έμαθε για πρώτη φορά για το αποκατεστημένο Ευαγγέλιο ενώ ζούσε με τον Τζων και τη Νανάβε Ρόζενκουιστ, ένα ζεύγος Αγίων των Τελευταίων Ημερών που την αντιμετώπιζαν σαν υιοθετημένη κόρη. Βαπτίσθηκε σε ηλικία 12 ετών, στις 3 Νοεμβρίου 1895. Ένας ιεραπόστολος που παρευρέθηκε στην τελετή κατέθεσε μαρτυρία για το δυνατό πνεύμα που αισθάνθηκε στο βάπτισμα.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Τζων Γ. Μπεκ, πρόεδρος της Ιεραποστολής Σαμόας, έλαβε έγκριση από την Πρώτη Προεδρία να στείλει την Έμμα και άλλα παιδιά από τη Σαμόα στη Γιούτα για εκπαίδευση. Αναχώρησε από την Άπια, το κύριο λιμάνι της Ουπόλου, με τον Πρόεδρο Μπεκ και άλλους ιεραποστόλους στις 23 Απριλίου 1896. Αν και οι βιολογικοί γονείς της συναίνεσαν στην αποχώρησή της, ήταν δακρυσμένοι, όταν την αποχαιρετούσαν.
Η Έμμα χρειάσθηκε σχεδόν τρεις εβδομάδες για να ταξιδέψει με ατμόπλοιο και σιδηρόδρομο μέχρι τη Σωλτ Λέηκ Σίτυ. Η πόλη ήταν πολύ μεγαλύτερη από το χωριό της στο Ουπόλου, και πρέπει να ένιωθε συγκλονισμένη από τους πολυσύχναστους δρόμους και τους άγνωστους ήχους της. Εκείνη την εποχή η Γιούτα είχε σχετικά λίγους κατοίκους από την Πολυνησία. Τις περισσότερες μέρες δεν έβλεπε κανέναν που να της μοιάζει.
Στη Γιούτα η Έμμα έζησε στον δέκατο τρίτο τομέα της Σωλτ Λέηκ Σίτυ, έλαβε καλή μόρφωση σε σχολεία ιδιοκτησίας της Εκκλησίας και διατηρούσε επαφή με επιστρέψαντες ιεραποστόλους από την Ιεραποστολή της Σαμόας. Πολύ νωρίς, ο επίσκοπός της αναγνώρισε τις δυνατότητές της και τη συμβούλευσε να προετοιμασθεί για να υπηρετήσει μία ιεραποστολή στην πατρίδα της.
Η Έμμα πήρε στα σοβαρά τα λόγια του και όταν ήλθε η κλήση στις αρχές του 1901 ήταν έτοιμη.
Υπηρετώντας στη Μαλαέλα
Η Έμμα επέστρεψε στο Ουπόλου στις 25 Ιουλίου 1901, χαρούμενη που βρήκε τον πατέρα της να την περιμένει στο λιμάνι. Κατά τη διάρκεια της απουσίας της, η Έμμα είχε χάσει μέρος της ικανότητάς της να μιλά Σαμοανικά. Όμως όταν προσκλήθηκε να πει μία τελική προσευχή σε μία συγκέντρωση, το Πνεύμα την ενέπνευσε και την προσέφερε στη μητρική της γλώσσα.
Στην Έμμα ανατέθηκε να υπηρετήσει στη Μαλαέλα, τη γενέτειρά της, όπου η Εκκλησία λειτουργούσε σχολείο από το 1896. Ανέλαβε τη διδασκαλία των φοιτητριών. Ηγήθηκε επίσης του Συλλόγου Αλληλοβελτίωσης Νέων Κυριών του κλάδου της Μαλαέλα. Τις Κυριακές και όλη την εβδομάδα, κήρυττε και δίδασκε μαζί με τους άλλους ιεραποστόλους.
Αρχικά, μερικοί από την οικογένεια της Έμμας στο νησί αντιτάχθηκαν στο έργο της και την παρότρυναν να αφήσει την Εκκλησία. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ιεραποστολής Γουίλλιαμ Σίαρς, ωστόσο, «υπερασπίσθηκε την πορεία της» και αποφάσισε να τηρήσει τις διαθήκες της, παρά την αντίθεση.
Επίσης, ήταν εξίσου ικανή όσο και οι άλλοι ιεραπόστολοι. Κάποτε, ως αστείο, δύο πρεσβύτεροι αντικατέστησαν το φυσικό νερό της καρύδας της με κανονικό νερό στο πρωινό. Το αστείο «απογοήτευσε» την Έμμα, αλλά το ανταπέδωσε στους πρεσβυτέρους σερβίροντάς τους καρύδα καλυμμένη με αλάτι αντί για ζάχαρη.
Πέρα από αυτά τα αστεία, οι ιεραπόστολοι είχαν τεράστιο σεβασμό για την «αδελφή Πέρσελ». Ένας ιεραπόστολος παρατήρησε ότι ήταν «πλήρης του πνεύματος της θέσης και της κλήσης της». Ένας άλλος πρεσβύτερος έγραψε λόγια εκτίμησης για την καλοσύνη της. Κάποτε, η Έμμα άφησε μερικές μπανάνες σε ένα μονοπάτι, ώστε αυτός και ο συνάδελφός του να έχουν κάτι να φάνε ενώ ταξίδευαν.
Τα αρχεία δείχνουν ότι κήρυξε για την εξουσία της ιεροσύνης, το Βιβλίο του Μόρμον και άλλα θέματα του Ευαγγελίου. Αφού άκουσε την Έμμα να κηρύττει για τη ζωή και την αποστολή του Τζόζεφ Σμιθ, ένας ιεραπόστολος έγραψε: «Απήλαυσα πολύ τα σχόλιά της και λυπήθηκα όταν σταμάτησε να μιλά».
Δυστυχώς η Έμμα κόλλησε ελεφαντίαση στα τέλη της ιεραποστολής της και απηλλάγη πρόωρα. Όταν οι γυναίκες και τα κορίτσια στο σχολείο έμαθαν ότι θα επέστρεφε στη Γιούτα, έκλαψαν. Ο κλάδος Μαλαέλα πραγματοποίησε μία αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση για εκείνη, δίνοντάς της μία τελευταία ευκαιρία να κηρύξει. «Μίλησε με μεγάλη δύναμη» αναφέρουν τα πρακτικά της συγκέντρωσης «και παρότρυνε όλους να είναι πιστοί στο Ευαγγέλιο».
Κληρονομιά αφοσίωσης
Η ίδια η Έμμα παρέμεινε πιστή στο Ευαγγέλιο –και στις διαθήκες της– για το υπόλοιπο της ζωής της. Στη Γιούτα συνέχισε την εκπαίδευσή της, συμμετείχε στην πολυνησιακή κοινότητα της πολιτείας και παρείχε συμβουλές για το πρώτο υμνολόγιο των Αγίων των Τελευταίων Ημερών στα Σαμοανικά. Κάποια στιγμή συνάντησε επίσης έναν Άγιο από τη Χαβάη ονόματι Χένρυ Καχαλεμάνου. Παντρεύτηκαν στον Ναό της Σωλτ Λέηκ Σίτυ στις 31 Ιανουαρίου 1907.
Τρία χρόνια αργότερα, η Έμμα απεβίωσε σε ηλικία 26 ετών και ετάφη στη Γιόσιπα, έναν αποικισμό Αγίων της Πολυνησίας 97 χιλιόμετρα δυτικά της Σωλτ Λέηκ Σίτυ. Αν και η ζωή της ήταν σύντομη, η αφοσίωσή της στο αποκατεστημένο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού παραμένει ένα ισχυρό παράδειγμα για τους Αγίους σε όλο τον κόσμο, ειδικά για τις νέες γυναίκες που ανταποκρίνονται στην κλήση να υπηρετήσουν σήμερα.