Χρήματα στην αγορά
Αυτή τη φορά, θα κάνω ακριβώς αυτό που μου ζήτησε η μαμά, σκέφθηκε ο Ανάν.
Μια αληθινή ιστορία από την Γκάνα.
Ο Ανάν χαμογέλασε καθώς περπατούσε στον δρόμο. Η μυρωδιά των τηγανιτών ψαριών και η έντονη φλυαρία των ανθρώπων γέμισαν την αγορά. Ήταν καθ’ οδόν προς το σπίτι του θείου. Η μαμά είχε δώσει στον Ανάν χρήματα για να τα δώσει στον θείο.
Κοίταξε γύρω σε όλους τους πάγκους που πωλούσαν προϊόντα, τρόφιμα και άλλα είδη. Τότε κάτι έπεσε στο μάτι του.
Υπήρχε ένας πάγκος με φαγητό που είχε δύο από τις πολύ αγαπημένες του λιχουδιές, καραμέλες και μπισκότα. Κοίταξε τα χρήματα που του έδωσε η μαμά. Εκατό σέντι είναι πολλά, σκέφθηκε. Οι αγαπημένες του λιχουδιές ήταν μόνο 10 σέντι. Ο θείος πιθανόν να μην πρόσεχε καν αν έλειπαν κάποια.
Ο Ανάν αγόρασε τις λιχουδιές. Έβαλε μια καραμέλα στο στόμα του και συνέχισε να περπατά προς το σπίτι του θείου.
Ο θείος στεκόταν έξω από το σπίτι του όταν ο Ανάν πλησίασε.
«Για δες τον μικρό Ανάν! Έλα ’δώ» είπε ο θείος. «Τι μπορώ να κάνω για σένα;»
«Σου έφερα κάποια χρήματα από τη μαμά». Ο Ανάν του έδωσε τα χρήματα και μετά έβαλε τα χέρια του πίσω στις τσέπες του. Θα πρόσεχε ο θείος ότι έλειπαν κάποια από τα χρήματα; Παρακολουθούσε καθώς ο θείος τα μετρούσε.
«Σε ευχαριστώ που τα έφερες» είπε ο θείος.
Ο Ανάν χάρηκε που ο θείος δεν πρόσεξε τα χρήματα που έλειπαν. Τον αποχαιρέτησε και ξεκίνησε τον μακρύ δρόμο για το σπίτι. Καθ’ οδόν, τελείωσε την καραμέλα και τα μπισκότα του.
«Πώς ήταν ο περίπατος μέχρι τον θείο;» ρώτησε η μαμά όταν γύρισε σπίτι ο Ανάν.
Ανασήκωσε τους ώμους. «Ήταν καλά».
«Σ’ ευχαριστώ που του πήγες τα χρήματα για μένα» είπε η μαμά.
Ο Ανάν κοίταξε κάτω στο πάτωμα. Άρχισε να αισθάνεται ένοχος. Τι θα γινόταν, αν οι γονείς του μάθαιναν ότι είχε ξοδέψει κάποια από τα χρήματα; Δεν ήθελε να χάσει την εμπιστοσύνη τους.
Το επόμενο πρωί, η μαμά ζήτησε από τον Ανάν να αγοράσει κάποια πράγματα από ένα κοντινό κατάστημα. «Έλα κατευθείαν σπίτι, αφού τελειώσεις στο μαγαζί, εντάξει;»
«Εντάξει». Ο Ανάν περπάτησε μέσα στην αγορά, αλλά δεν σταμάτησε να αγοράσει τίποτα. Σούφρωσε τα φρύδια του και σκέφθηκε: Αυτή τη φορά θα κάνω ακριβώς αυτό που ζήτησε η μαμά.
Μόλις τελείωσε, πήγε κατευθείαν σπίτι. Έδωσε στη μαμά όλα τα χρήματα που περίσσευαν.
Εκείνη την Κυριακή, ο Ανάν πήγε στην τάξη της Προκαταρκτικής του. «Καλημέρα!» είπε η δασκάλα του. «Σήμερα μιλούμε για την υπακοή. Είναι σημαντικό να ακούμε τους γονείς μας και να κάνουμε σωστές επιλογές».
Ο Ανάν σκέφθηκε τα χρήματα που ξόδεψε για την καραμέλα και τα μπισκότα. Ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του. Ήξερε ότι είχε κάνει λανθασμένη επιλογή.
Μετά την εκκλησία, ο Ανάν ήθελε να μιλήσει στους γονείς του. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά.
«Μαμά, μπαμπά; Για τα χρήματα που μου δώσατε να πάω στον θείο;» ρώτησε ο Ανάν. «Λοιπόν, αγόρασα μερικές λιχουδιές με λίγα από αυτά». Κοίταξε κάτω στο πάτωμα. «Συγγνώμη».
«Σε ευχαριστούμε που είσαι έντιμος» είπε ο μπαμπάς. «Είμαι υπερήφανος για σένα».
Ο Ανάν χαμογέλασε. Ήταν τόσο χαρούμενος που είπε την αλήθεια. Και ένιωσε καλά μέσα του, αφού το είπε στους γονείς του. Ήδη έκανε μία καλύτερη επιλογή.
Εικονογράφηση υπό Aleksandar Zolotic