2025
Νιώθοντας θλίψη
Μάρτιος 2025


«Νιώθοντας θλίψη», Φίλος, Μάρτιος 2025, 36-37.

Νιώθοντας θλίψη

Γιατί δεν μπορώ να είμαι χαρούμενη όπως όλοι οι άλλοι;

Μια αληθινή ιστορία από τις Η.Π.Α.

Η Σαβάννα τράβηξε τις κουβέρτες πάνω από το κεφάλι της. Σήμερα ήταν αληθινά μία κακή ημέρα.

Σήμερα κατά τη διάρκεια του σχολείου η Σαβάνα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα. Είχε αισθανθεί κουρασμένη, απογοητευμένη και θλιμμένη. Υπήρχε ένα μεγάλο βάρος στο στομάχι της που δεν έφευγε. Μέχρι το τέλος της ημέρας, το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να συρθεί κάτω από το γραφείο της και να κρυφτεί.

Τον τελευταίο καιρό, η Σαβάννα ένιωθε θλιμμένη σχεδόν όλη την ώρα. Οι φίλοι της είχαν προσπαθήσει να της φτιάξουν τη διάθεση, αλλά μερικές φορές η Σαβάννα δεν ήθελε να είναι μαζί τους. Πάντοτε φαίνονταν τόσο χαρούμενοι. Μερικές φορές σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο χαρούμενοι χωρίς αυτήν.

Τι συμβαίνει με μένα; Αναρωτήθηκε η Σαβάννα. Γιατί δεν μπορώ να είμαι χαρούμενη όπως όλοι οι άλλοι;

Ένιωθε τόσο παγωμένη και μόνη όσο τα γκρίζα σύννεφα έξω. Και τώρα ήθελε απλώς να κοιμηθεί.

Η Σαβάννα άκουσε την πόρτα του υπνοδωματίου της να ανοίγει.

«Σαβάννα» είπε η μαμά καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού «τι συμβαίνει;»

Η μαμά και το θλιμμένο κορίτσι κάθονται στο κρεβάτι

«Τίποτα» είπε η Σαβάννα. «Είμαι απλώς κουρασμένη».

«Είσαι βέβαιη; ρώτησε η μαμά. «Ανησυχώ για σένα».

«Είμαι εντάξει» είπε η Σαβάννα.

«Εντάξει». Η μαμά σηκώθηκε. «Απλώς να θυμάσαι ότι μπορείς να μου μιλήσεις για οτιδήποτε. Σε αγαπώ».

Η Σαβάννα έμεινε στο κρεβάτι μέχρι το δείπνο. Εκείνο το βράδυ, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο εγκέφαλός της δεν σταματούσε να σκέφτεται τα πάντα.

Την επόμενη μέρα ένιωθε ακόμα εξαντλημένη. Ήταν άλλη μία δύσκολη ημέρα. Η Σαβάννα γύρισε σπίτι από το σχολείο και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Αναστέναξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Χιόνιζε πάλι.

«Σαβάνα;»

Η Σαβάννα γύρισε και έκπληκτη είδε τη γιαγιά να έρχεται στο δωμάτιο.

«Γεια σου, γιαγιά» είπε η Σαβάννα. «Τι κάνεις εδώ;»

Η γιαγιά κάθισε. «Η μαμά σου ήθελε να έρθω» είπε. «Ανησυχεί για σένα».

«Απλώς ήμουν στ’ αλήθεια πολύ κουρασμένη. Είμαι καλά, όμως» είπε η Σαβάννα.

Η γιαγιά χαμογέλασε απαλά. «Σου είπα ποτέ για το καλοκαίρι που ο παππούς και εγώ μετακομίσαμε;»

«Δεν νομίζω» είπε η Σαβάννα.

«Ήμουν λυπημένη συνεχώς» είπε η γιαγιά. «Ήθελα να είμαι χαρούμενη, αλλά δεν με ενδιέφερε τίποτα. Ένιωθα τόσο μόνη».

«Όμως είχες τον παππού και τη μαμά μου». Η Σαβάννα χαμήλωσε το βλέμμα της. «Γιατί να αισθάνεσαι μόνη;»

«Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε» είπε η γιαγιά. «Δεν είχα ποτέ αισθανθεί ποτέ ξανά έτσι. Τελικά πήγα στον γιατρό».

«Τι συνέβη;»

Η γιαγιά την αγκάλιασε. «Έμαθα ότι έχω κατάθλιψη».

«Ω, έτσι απλώς ένιωσες λυπημένη;» ρώτησε η Σαβάννα.

«Όχι, η κατάθλιψη είναι κάτι περισσότερο από το να νιώθουμε λυπημένοι» εξήγησε η γιαγιά. «Η θλίψη μου δεν φαινόταν να φεύγει. Αγωνιζόμουν να κάνω όλα όσα έκανα κανονικά. Και δυσκολευόμουν να συνδεθώ με άλλους ανθρώπους, ακόμη και με τη δική μου οικογένεια. Χρειαζόμουν πραγματικά βοήθεια».

Η Σαβάννα σήκωσε το βλέμμα της. «Τι είδους βοήθεια;»

«Ο γιατρός εξήγησε τι δεν πήγαινε καλά και κάναμε ένα σχέδιο μαζί για να με βοηθήσει να αισθανθώ καλύτερα» είπε η γιαγιά. «Αλλά μερικές φορές ένιωθα ακόμα λυπημένη. Πέρασα πολύ χρόνο προσευχόμενη. Όταν ένιωθα μόνη, φανταζόμουν τον Σωτήρα να κάθεται δίπλα μου. Ένιωθα καλύτερα, όταν Τον σκεπτόμουν».

Η Σαβάννα κοίταξε το χιόνι έξω και ανατρίχιασε. «Αισθάνομαι πολύ λυπημένη επίσης. Προσπαθώ να νιώθω χαρούμενη, αλλά μερικές φορές απλώς δεν μπορώ, και μετά θυμώνω με τον εαυτό μου που νιώθω έτσι».

«Το ξέρω, γλυκιά μου». Η γιαγιά αγκάλιασε τη Σαβάννα. «Έτσι νιώθω κι εγώ μερικές φορές. Δεν είσαι μόνη. Σε αγαπώ, οι γονείς σου σε αγαπούν, και ο Επουράνιος Πατέρας και ο Ιησούς Χριστός σε αγαπούν. Καταλαβαίνουν τον πόνο σου και δεν θα σε αφήσουν ποτέ».

Ίσως η γιαγιά να έχει δίκιο, σκέφθηκε η Σαβάννα. Δεν είμαι μόνη. Το βάρος στο στομάχι της Σαβάννας δεν φαινόταν τόσο βαρύ.

«Νομίζω ότι θα πρέπει να μιλήσω στη μαμά» είπε η Σαβάννα. «Θέλει να με βοηθήσει κι αυτή».

«Αυτή είναι μια υπέροχη ιδέα». Η γιαγιά έπιασε το χέρι της Σαβάννας.

Η Σαβάννα χαμογέλασε και ακούμπησε στον ώμο της γιαγιάς. Δεν ένιωθε πια τόσο παγωμένη και μόνη.

Κορίτσι και γιαγιά αγκαλιάζονται
Ιστορία σε PDF

Εικονογραφήσεις υπό Marina Pessarrodona