Κατά Λουκάν 7:1-10
Ο Ιησούς θεραπεύει τον υπηρέτη ενός εκατόνταρχου
Ένας Ρωμαίος ηγέτης δείχνει μεγάλη πίστη
Ένας εκατόνταρχος ζούσε στην Καπερναούμ, μία κωμόπολη όπου ο Ιησούς δίδασκε συχνά. Ήταν ο ηγέτης μίας μεγάλης ομάδας στρατιωτών.
Κατά Λουκάν 7:1-2
Αυτός ο εκατόνταρχος είχε έναν υπηρέτη που ήταν πολύ ξεχωριστός γι’ αυτόν. Ο υπηρέτης αρρώστησε και επρόκειτο να πεθάνει.
Κατά Λουκάν 7:2
Μολονότι ο εκατόνταρχος δεν ήταν Ιουδαίος, είχε ακούσει για τον Ιησού. Πίστευε ότι ο Ιησούς είχε τη δύναμη να κάνει μεγάλα θαύματα. Έστειλε μερικούς ηγέτες των Ιουδαίων να ζητήσουν από τον Ιησού να έλθει και να θεραπεύσει τον υπηρέτη του.
Κατά Λουκάν 7:3-4
Οι ηγέτες είπαν στον Ιησού για τον εκατόνταρχο και τον υπηρέτη του. Είπαν ότι αυτός ο εκατόνταρχος ήταν ευγενικός με τους Ιουδαίους. Ο Ιησούς άρχισε να περπατά προς το σπίτι του εκατόνταρχου. Αλλά πριν φθάσει εκεί, μερικοί φίλοι του εκατόνταρχου σταμάτησαν τον Ιησού. Του είπαν να μην μπει μέσα στο σπίτι.
Κατά Λουκάν 7:4-6
Οι φίλοι είπαν ότι ο εκατόνταρχος δεν αισθανόταν άξιος να έχει τον Ιησού στο σπίτι του. Πίστευε ότι ο Ιησούς μπορούσε να θεραπεύσει τον υπηρέτη του ακόμη και από μακριά!
Κατά Λουκάν 7:6-8
Ο Ιησούς έμεινε έκπληκτος από την πίστη του εκατόνταρχου. Είπε ότι δεν είχε δει τόσο μεγάλη πίστη.
Κατά Λουκάν 7:9
Όταν οι φίλοι του εκατόνταρχου επέστρεψαν στο σπίτι του, ο υπηρέτης είχε θεραπευτεί τελείως. Ο Ιησούς τον είχε θεραπεύσει, όπως ακριβώς ο εκατόνταρχος πίστευε ότι μπορούσε.
Κατά Λουκάν 7:10