Χέλμουτ Χούμπενερ
Ο Χέλμουτ Γκούντερ Χούμπενερ (1925-1942), μέλος της Εκκλησίας στο Αμβούργο της Γερμανίας, ήταν το νεότερο άτομο της γερμανικής αντιστάσεως κατά του ναζισμού που εξετελέσθη με διαταγή του Ειδικού Λαϊκού Δικαστηρίου(Volksgerichtshof) στο Βερολίνο. Από τις αρχές του 1941, ο Χούμπενερ εξέδιδε μια σειρά αντιναζιστικών φυλλαδίων που περιελάμβαναν δικά του πολιτικά σχόλια και απομαγνητοφωνήσεις συμμαχικών ραδιοφωνικών εκπομπών. Με τη βοήθεια άλλων εφήβων, διένειμε φυλλάδια σε όλο το Αμβούργο. Τον Φεβρουάριο του 1942, το δικαστήριο έκρινε τον Χούμπενερ ένοχο «συνωμοσίας για εσχάτη προδοσία και προδοτική υποστήριξη του εχθρού» και διέταξε την εκτέλεσή του. Το δικαστήριο καταδίκασε επίσης τους τρεις φίλους του, Ρούντολφ Βόμπε, Καρλ-Χάιντς Σνίμπε και Γκέρχαρντ Ντούβερ για «ακρόαση ξένου ραδιοφωνικού σταθμού και διανομή ξένων ραδιοφωνικών ειδήσεων». Ο Χούμπενερ εξετελέσθη σε ηλικία 17 ετών οκτώ μήνες αργότερα. Οι Βόμπε, Σνίμπε και Ντούβερ καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα και παρέμειναν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Χούμπενερ γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1925. Η ανύπανδρη μητέρα του, Έμμα Γκούντατ Κούνκελ, εργαζόταν για να συντηρεί τον Χέλμουτ και τα δύο μεγαλύτερα ετεροθαλή αδέλφια του, Χανς και Γκέρχαρντ. Ως αποτέλεσμα, ο Χέλμουτ και τα αδέλφια του πέρασαν μεγάλο μέρος της νεότητάς τους με τη γιαγιά τους Βιλχεμίνε Ζούντροφ, η οποία ζούσε σε κοντινή απόσταση. Το 1939 η Έμμα παντρεύτηκε τον Χούγκο Χούμπενερ, έναν οικοδόμο και μέλος του ναζιστικού κόμματος, ο οποίος αργότερα υιοθέτησε τον Χέλμουτ. Ο νέος σύζυγος της Έμμας δεν συμπαθούσε την Εκκλησία και, πιθανώς για να τον κατευνάσει, η δραστηριότητά της συνέβαινε κατά διαστήματα μετά τον γάμο τους. Ο Χέλμουτ και τα αδέλφια του, ωστόσο, συνέχισαν να πηγαίνουν στην εκκλησία με τη γιαγιά τους.
Όπως και οι γείτονές τους, πολλοί Γερμανοί Άγιοι των Τελευταίων Ημερών αντιμετώπισαν αρχικά με ελπίδα τις υποσχέσεις του ναζιστικού κόμματος για ανανεωμένη οικονομική σταθερότητα και αυξημένη εθνική υπερηφάνεια. Ορισμένα μέλη της Εκκλησίας προσεχώρησαν στο κόμμα, ενώ άλλα αντετάχθησαν ενεργώς στο καθεστώς. Άλλοι πάλι παρέμειναν ουδέτεροι. Ο Χέλμουτ Χούμπενερ είδε από πρώτο χέρι αυτό το φάσμα της κομματικής συμμετοχής. Ο πρόεδρος του κλάδου του, Άρτουρ Τσάντερ, ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος, ο οποίος υποχρέωνε τα μέλη του κλάδου να ακούν τις ραδιοφωνικές εκπομπές του κόμματος, απειλούσε να καταγγείλει τα μέλη για αντικυβερνητικές δραστηριότητες και, το 1938, ανήρτησε μια πινακίδα στη θύρα του ευκτήριου οίκου που ενημέρωνε τους Εβραίους ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Λίγα μέλη φορούσαν τις ναζιστικές στρατιωτικές και υπηρεσιακές στολές τους στις συγκεντρώσεις της Εκκλησίας. Από την άλλη πλευρά, ο Όττο Μπερντ, ο πρόεδρος της περιφερείας του Αμβούργου, κήρυττε ενάντια στην κυβερνητική πολιτική από άμβωνος, ενεθάρρυνε ιδιαιτέρως την αντίσταση των μελών και βάδιζε συχνά με Εβραίους νεοφώτιστους. Παρ’ όλο που ο Χούμπενερ συμμετείχε αρχικώς στην τοπική ομάδα Jungvolk (η ομάδα που οργάνωσαν οι Ναζί για τα παιδιά που ήταν πολύ μικρά για να ενταχθούν στη Χιτλερική Νεολαία), κατέληξε να απορρίψει την ιδεολογία του κόμματος.
Την άνοιξη του 1941, ο Χούμπενερ ανεκάλυψε ένα ραδιόφωνο βραχέων κυμάτων που ανήκε στον αδελφό του Γκέρχαρντ και το χρησιμοποίησε για να ακούει νυκτερινές ειδησεογραφικές εκπομπές από το British Broadcasting Corporation (BBC) – έγκλημα σύμφωνα με τη ναζιστική νομοθεσία. Περιστασιακά, δύο φίλοι από την εκκλησία, ο Καρλ-Χάιντς Σνίμπε και ο Ρούντολφ (Ρούντι) Βόμπε, ήταν μαζί του. Σύντομα ο Χούμπενερ άρχισε να παράγει αντιναζιστικά φυλλάδια που προωθούσαν πληροφορίες από τις εκπομπές μαζί με τα δικά του σχόλια. Χρησιμοποιώντας καρμπόν και ένα ζεύγος γραφομηχανές που δανείσθηκε από τον κλάδο, ο Χούμπενερ έκανε αντίγραφα αυτών των φυλλαδίων, τα οποία ο ίδιος, ο Σνίμπε και ο Βόμπε κολλούσαν σε πίνακες ανακοινώσεων του ναζιστικού κόμματος, τα έριχναν σε πολυσύχναστους δρόμους και τα έβαζαν σε γραμματοκιβώτια. Σύντομα ο Χούμπενερ στρατολόγησε αρκετούς άλλους έφηβους γνωστούς του για να βοηθήσουν. Ο Γκέρχαρντ Ντούβερ, ο οποίος εργαζόταν στην Κοινωνική Αρχή του Αμβούργου (Sozialbehörde), όπου ο ίδιος και ο Χούμπενερ ήταν μαθητευόμενοι, βοήθησε στην επέκταση της διανομής. Μέσω ενός αγνώστου συνδέσμου, ο Χούμπενερ κανόνισε επίσης να αντιγράψει ένας τυπογράφος στο Κίελο φυλλάδια σε μεγαλύτερους αριθμούς. Κατά τη διάρκεια 10 μηνών, ο Χούμπενερ παρήγαγε μια σειρά από φυλλάδια που έρχονταν σε αντιπαράθεση με την κομματική ρητορική και αμφισβητούσαν τις επίσημες αναφορές για τον πόλεμο. Επίσης, έβαλε ευθέως στο στόχαστρο τα στελέχη του κόμματος. Ο Φύρερ «θα σας στείλει κατά χιλιάδες στις φωτιές, προκειμένου να τελειώσει το έγκλημα που ξεκίνησε» έγραφε ο Χούμπενερ σε ένα φυλλάδιο. «Κατά χιλιάδες οι γυναίκες και τα παιδιά σας θα γίνουν χήρες και ορφανά. Και για το τίποτα!»
Τον Φεβρουάριο του 1942, πράκτορες της Γκεστάπο συνέλαβαν τους Χούμπενερ, Βόμπε, Σνίμπε και Ντούβερ με την κατηγορία διαφόρων εγκλημάτων σύμφωνα με τη ναζιστική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της «συνωμοσίας για εσχάτη προδοσία». Στις 11 Αυγούστου, κατά τη διάρκεια μιας δίκης που διήρκεσε λίγο περισσότερο από εννέα ώρες, οι τέσσερεις δικάσθηκαν ενώπιον του τριμελούς Ειδικού Λαϊκού Δικαστηρίου του Βερολίνου. Και οι τέσσερεις κρίθηκαν ένοχοι. Ο Χούμπενερ καταδικάσθηκε σε θάνατο, ενώ οι Βόμπε, Σνίμπε και Ντούβερ καταδικάσθηκαν σε 4 έως 10 χρόνια σε στρατόπεδα εργασίας. Ο Χούμπενερ θανατώθηκε με λαιμητόμο στις 27 Οκτωβρίου 1942.
Το τείχος μνήμης Gedenkstätte Plötzensee στο Βερολίνο, στη Γερμανία, όπου εξετελέσθη ο Χούμπενερ.
Λίγο μετά τη σύλληψη του Χούμπενερ, ο πρόεδρος του κλάδου Άρτουρ Τσάντερ έγραψε «αποβεβλημένος» στο μητρώο μέλους του Χέλμουτ. Ωστόσο, ο πρόεδρος περιφερείας Όττο Μπερντ αρνήθηκε να προσυπογράψει την ενέργεια. Ο Άντον Χακ, μέλος της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ιεραποστολής, έδωσε μια δεύτερη υπογραφή. Αρκετοί ηγέτες της Εκκλησίας δήλωσαν αργότερα ότι σκόπευαν να αποστασιοποιήσουν την Εκκλησία από τον Χούμπενερ για να προστατεύσουν τους Αγίους των Τελευταίων Ημερών από την οργή των αξιωματούχων των Ναζί. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χούμπενερ αποκαταστάθηκε μετά θάνατον στην Εκκλησία και, το 1948, του εδόθησαν οι διατάξεις ναού δι’ αντιπροσώπου.
Στις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Χέλμουτ Χούμπενερ έμεινε στην ιστορία για την αντίστασή του στο ναζιστικό καθεστώς. Εκθέματα μνήμης έχουν τοποθετηθεί σε επαγγελματική σχολή στο Αμβούργο, στο Μνημείο της Γερμανικής Αντιστάσεως στο Βερολίνο και στη φυλακή Plötzensee, όπου εξετελέσθη ο Χούμπενερ. Επιπλέον, ένα κέντρο νέων, ένα σχολείο και δύο οδοί στο Αμβούργο φέρουν το όνομά του. Από τη δεκαετία του 1940, πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές ομάδες διοργανώνουν διάφορους εορτασμούς στις 8 Ιανουαρίου (τα γενέθλιά του) και στις 27 Οκτωβρίου (την ημερομηνία εκτελέσεώς του) για να τιμήσουν τον ηρωισμό του. Στις 8 Ιανουαρίου 2020, ένα σχολείο σε ένα κέντρο κρατήσεως ανηλίκων κοντά στη φυλακή Plötzensee ονομάσθηκε προς τιμήν του Χούμπενερ.
Σχετικά θέματα: Germany [Γερμανία], World War II [Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος]